ανακυκλώνομαι


ανακυκλώνομαι
ανακυκλώνομαι, ανακυκλώθηκα, ανακυκλωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνανακυκλούμαι — έομαι, Α [ἀνακυκλοῡμαι] ανακυκλώνομαι μαζί, ξαναγυρίζω μαζί …   Dictionary of Greek